Τα λόγια της Κωνσταντίας ήταν σοφά. Πολλοί από τους
παραβρισκόμενους, έδειχναν, να λαμβάνουν στα σοβαρά υπόψη, τα λόγια της.
Κάποιοι όμως ήθελαν να διαλύσουνε συθέμελα την αυτοκρατορία. Μέσα στους
αιώνες, πάντα υπήρχαν και θα υπάρχουν εκείνοι όπου, για προσωπικό τους
συμφέρον, θα διέλυαν τα πάντα. Ίσως θα έπρεπε να ψάξουμε να
τον εντοπίσουμε και τώρα, εδώ σε αυτό το συνέδριο. Σε καιρούς πιο
χαλεπούς, πιο σκοτεινούς. Ο κάθε εχθρός κρύβεται πίσω από κάποια στολή ή
κάποιο αξίωμα. Οπότε, θα ήταν καλό να έκανα μια έρευνα. Θα τα κατάφερναν
και χωρίς εμένα ο Αστέριος και η Ανδρομάχη. Μίλησα για λίγο με στην
Ανδρομάχη που σιγά, σιγά ετοιμαζόταν να ξεκινήσει την ομιλία της, με τους
λόγους της αδελφότητας του Παύλου. Είχα ένα προαίσθημα ότι, έπρεπε να
κινηθώ προς τα εκεί που ήταν κλεισμένος ο Μαρκήσιος.
Προχώρησα και προς την έξοδο της αίθουσας. Από την μια δεν ήθελα
να φύγω, διότι θα άφηνα την Ανδρομάχη και πάλι, αλλά τώρα ήταν υπό την
προστασία της Κωνσταντίας, ήταν ο καλύτερος τρόπος να μείνει ασφαλής.
Έφυγα έχοντας κατά νου, την γλυκιά της ματιά . Προχωρώντας στους
διαδρόμους του ανακτόρου, η φρουρά είχε ελαφρύνει. Δεν υπήρχαν
δρακόντεια μέτρα. Έτσι, κατευθύνθηκα προς τον Νικομήδεια. Ίσως εκεί, κάτι
να συνέβαινε. Είχα ένα πολύ ισχυρό συναίσθημα, που με κατέβαλε. Φορούσα
έναν πορφυρό μανδύα, όπου δήλωνε ότι ήμουν μέρος της ακολουθίας της
αδελφής του Φλαβίου. Εκτός από το μέρος όπου ήταν η αυτοκρατορική κλίνη.
Έτσι κατευθύνθηκα προς το μέρος όπου φυλασσόταν ο απαγωγέας της
αγαπημένης μου. Φτάνοντας, ρώτησα τους φρουρούς
εάν ήταν βέβαιοι ότι,
βρισκόταν στο δωμάτιο όπου φυλασσόταν. Με διαβεβαίωσαν ότι σίγουρα
ήταν μέσα. Πριν από λίγη ώρα, του πρόσφεραν το γεύμα του. Δεν θα
μπορούσε να κάνει λάθος το ένστικτό μου. Κάτι συνέβαινε. Περιπλανήθηκα
στους διαδρόμους, όμως δεν κατέληξα πουθενά. Δεν υπήρχε κάποιο στοιχείο
όπου να έδειχνε κάποια ύποπτη κίνηση. Όπως κατευθυνόμουν προς την
αίθουσα του συνεδρίου. Από μπροστά μου περνούσαν δυο ιερείς. Η ενδυμασία
του ενός, ήταν αλλόκοτη. Ήταν κάτι το διαφορετικό. Από όσους
παρευρισκόμενους είχα δει, κανένας δεν είχε παρόμοια ενδυμασία. Η
περιέργειά μου, με κατεύθυνε να τους ακολουθήσω. Ήμουν προσεκτικός στις
κινήσεις μου. Δεν ήθελα να με αντιληφθούν. Οι κινήσεις τους, ήταν
αργές. Κατάλαβα πως έφευγαν από το ανάκτορο, διότι ήταν κοντά στην
έξοδο. Συνέχισα από πίσω τους. Οι φρουροί είδαν το πορφυρό χρώμα και μου
έγνεψαν με σεβασμό. Οι ιερείς πήγαιναν προς το ναό. Εκεί δεν υπήρχε
κανείς άλλος, ούτε φρουρός, ούτε κάποιος άλλος ιερέας.
Έτσι τους ακολούθησα. Μπαίνοντας μέσα στον ναό, δεν είδα κάποιον
να κινείται. Απόρησα για το που θα μπορούσαν να είχαν πάει. Υπήρχε ένα
παράξενο άγαλμα κάποιου άγνωστου θεού. Δεν είχα ξανασυναντήσει κάτι
παρόμοιο . Η εικόνα και το εσωτερικό του ναού, σίγουρα ήταν κάτι που θα
ενθουσίαζε την Ανδρομάχη. Ίσως αργότερα να την έπειθα να με
ακολουθήσει εδώ. Πλησίασα το άγαλμα. Γύρω του είχε κάποιες αναγραφές.
Τις περιεργαζόμουν. Κάπου τις είχα ξαναδεί, όμως δεν μπορούσα να
ανακαλέσω την στιγμή και τον χρόνο που το είχα ξανασυναντήσει . Πέρασα
αρκετή ώρα γύρω από το άγαλμα, περιεργαζόμενος τα πάντα. Στην πίσω